Για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ψάρευαν και θα ψαρεύουν, για την επιβίωση τους ή για τη διασκέδαση τους.
Όσοι ψαρεύουν είχαν και θα έχουν τα ίδια προβλήματα:
  1. Να βρουν τα ψάρια.
  2. Να τα κάνουν να δαγκώσουν το δόλωμα.
  3. Να τα πιάσουν.
Το βυθόμετρο δεν κάνει τα ψάρια να τσιμπήσουν, ούτε σας τα πιάνει, αλλά σας λύνει το πρώτο και κύριο πρόβλημα, σας τα βρίσκει.

Δεν είναι δυνατόν να πιάσετε ψάρια εάν δεν τα έχετε βρει και τα βυθόμετρα της LOWRANCE μπορούν να το κάνουν με μεγάλη ακρίβεια.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1950, ο Κάρλ Λόουρανς και οι γιοι του Άρλεν και Ντάρελ, λόγω της μεγάλης αγάπης που είχαν προς το ψάρεμα, άρχισαν τις υποβρύχιες καταδύσεις και άρχισαν να παρατηρούν τις συνήθειες των ψαριών (μετακινήσεις, τόποι διαβίωσης, θερμοκρασίες κλπ).
Τα χρόνια αυτά, λίγοι άνθρωποι, χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα επαγγελματικά βυθόμετρα, τα οποία λειτουργούσαν με λυχνίες, σε χαμηλές συχνότητες και με μεγάλες καταναλώσεις σε αμπέρ και ήταν αδύνατο να δείξουν μεμονωμένα ψάρια, έδειχναν μόνο μεγάλα κοπάδια ψαριών.

Ο Κάρλ και οι γιοι του άρχισαν να σχεδιάζουν ένα μικρό φορητό βυθόμετρο το οποίο θα έβρισκε και το μεμονωμένο ψάρι.
Μετά από χρόνια έρευνα και σκληρή δουλειά κατασκευάσθηκε το πρώτο μικρό ερασιτεχνικό βυθόμετρο το οποίο θα άλλαζε για πάντα την παγκόσμια ιστορία του ψαρέματος.

Το 1957 δημιουργήθηκε μια νέα βιομηχανική μονάδα με την κατασκευή και την πώληση του πρώτου ερασιτεχνικού βυθομέτρου με τρανζίστορ.

Το 1959 η εταιρία Lowrance παρουσίασε το "μικρό πράσινο κουτί", το οποίο έγινε το πιο δημοφιλές βυθόμετρο σε όλο τον κόσμο και ήταν το πρώτο πετυχημένο ερασιτεχνικό βυθόμετρο.
Περισσότερα από 1 000 000 τεμάχια κατασκευάσθηκαν μέχρι το 1984, όπου σταμάτησε η παραγωγή του, λόγω μεγάλου κόστους.
Από το 1957 έως σήμερα η Lowrance είχε μακρύ δρόμο.
Από το μικρό πράσινο κουτί, στα τελευταίας τεχνολογίας αριστουργήματα «Βυθόμετρα και GPS» η LOWRANCE συνεχίζει να ηγείται στην παγκόσμια αγορά του ερασιτεχνικού βυθομέτρου.